logo

Κεντρικό:
Σωκράτους 24, Κηφισιά 145 61
Παράρτημα 1:
Αμφικτύονος 12 & Πουλοπούλου, Θησείο 118 51
Παράρτημα 2:
Καλαμών 3 , Παραλία Γλυφάδας 166 75

Τηλεφωνικό κέντρο: 210 8010111
Fax: 210 8088382
Ε-mail: info@akadimia.gr

Copyright ΑΚΑΔΗΜΙΑ
 

Clavo huasca, ένα αφροδισιακό για όλους

Clavo huasca, ένα αφροδισιακό για όλους

Clavo huasca, ένα αφροδισιακό για όλους
Κωνσταντίνος Γρίβας

Τα τελευταία χρόνια το clavo huasca, βρήκε τον δρόμο του από τα τροπικά δάση του Αμαζονίου και το Matto Grosso στην παγκόσμια αγορά βοτάνων, ως ένα αποτελεσματικό αφροδισιακό, τόσο για τους άνδρες όσο και τις γυναίκες.
Η ονομασία clavo huasca (clavo = μοσχοκάρφι ή καρφί και huasca = κληματίδα), cipó cravo ή cipó trindade (αγγλ. clove vine ή white clove) αναφέρεται στο ξύλο και τις ρίζες του είδους Tynanthus panurensis (Bureau ex Baill.) Sandwith (συνώνυμο: Schizopsis panurensis Bureau ex Baill.), ενός φυτού της οικογένειας Bignoniaceae. Πρόκειται για ένα μεγάλο, ξυλώδες αναρριχητικό που φθάνει σε μήκος τα 80 m και βρίσκεται σε τροπικές περιοχές τις Νότιας Αμερικής. Έχει πολύ μικρά, λευκά άνθη, που επικονιάζονται από μέλισσες και πεταλούδες. Οι καρποί του είναι μακρόστενοι και μοιάζουν με φασόλια. Ο φλοιός του έχει ένα χαρακτηριστικό άρωμα που θυμίζει μοσχοκάρφι (άνθη Myristica fragrans), που υπάρχει σε μικρότερο βαθμό και στα φύλλα του, εξ ου και το όνομά του, τόσο στα  ισπανικά (clavo huasca), όσο και τα αγγλικά (clove vine).

Εικόνα 2. Το εντυπωσιακό σε μέγεθος αναρριχητικό Tynanthus panurensis (Bureau ex Baill.) Sandwith, με μήκος που φθάνει τα 80 m. Από τον φλοιό και το ξύλο του προέρχεται το αφροδισιακό clavo huasca (φωτογραφία: https://herbs-america.com).

Οι ινδιάνικες φυλές των Shipibo-Conibo (σύνορα Περού-Βραζιλίας), Kayapó (πολιτείες Mato Grosso και Pará της Βραζιλίας) και Assurini (πολιτεία Pará της Βραζιλίας) θεωρούν το clavo huasca ως ένα δραστικό βότανο για την θεραπεία των προβλημάτων στύσης και εξαίρετο αφροδισιακό, τόσο για τους άνδρες, όσο και τις γυναίκες. Ειδικά για τις γυναίκες θεωρείται εξαιρετικά αποτελεσματικό στις ηλικίες πριν την εμμηνόπαυση και λιγότερο στην απώλεια σεξουαλικής διάθεσης μετά την εμμηνόπαυση. Προστίθεται επίσης στις συνταγές του ayahuasca(1) ή χορηγείται συμπληρωματικά αμέσως μετά την λήψη τους για να καταπραΰνει τις στομαχικές διαταραχές που προκαλούν αυτές συνήθως. Στην περουβιανή βοτανοθεραπευτική παράδοση το clavo huasca είναι συστατικό δύο διάσημων συνταγών στα βοτανοπωλεία του Περού, για την ενίσχυση της σεξουαλικής δραστηριότητας: του siete raices (δηλ. επτά ρίζες) και του rompe calzon (δηλ. τονώστε τα παντελόνια σας).

Εικόνα 3. Όταν κόβονται κάθετα οι κληματίδες του clavo huasca εμφανίζουν αυτόν τον χαρακτηριστικό «σταυρό της Μάλτας» στο ξύλο τους.

Παραδοσιακά το clavo huasca παρασκευάζεται σε μορφή βάμματος, εμβαπτίζοντας τον φλοιό και το ξύλο της κληματίδας σε οινόπνευμα ή πιο συχνά σε ντόπιο ρούμι από ζαχαροκάλαμο που ονομάζεται aguardiente. Εκτός από την αφροδισιακή χρήση του το βάμμα αυτό χρησιμοποιείται παραδοσιακά στην θεραπεία πυρετών, μυαλγιών και αρθραλγιών, δυσπεψίας και εντερικών αερίων (ως υδατικό αφέψημα). Η νωπή ρητίνη της ρίζας του φυτού χρησιμοποιείται σε οδονταλγίες, δράση που μπορεί να ερμηνευτεί με την περιεκτικότητά της σε ευγενόλη (eugenol), ένα τοπικό αναλγητικό πολύ γνωστό στους οδοντιάτρους (Choque Chinchay, ψηφ. πηγή). Η χρήση του έχει κινήσει το ενδιαφέρον σχετικά πρόσφατα, παρόλο που σχετικές πληροφορίες εμφανίζονται και σε παλαιότερες εκδόσεις (π.χ. Duke, 19972 (2)).

 

Το φυτό αυτό δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα μέχρι στιγμής, αλλά Βραζιλιάνοι ερευνητές έχουν απομονώσει εκτός από τα δεψικά οξέα (tannic acids), την ευγενόλη και άλλα αιθέρια έλαια, ένα αλκαλοειδές που ονόμασαν τιναντίνα (tinantina). Επίσης ταυτοποιήθηκε το φλαβονοϊδές απιγενίνη (apigenin), η βερμπασκοσίδη (verbascoside) και συγγενείς ουσίες της (isoverbascoside, leucosceptoside και katchimoside) (Plaza et al., 2005).

Φυτοχημική ανάλυση του εκχυλίσματος του φλοιού από άλλους ερευνητές έδειξε ότι περιέχει σαπωνίνες και υψηλές συγκεντρώσεις φαινολών και φλαβονοειδών. Το εκχύλισμα αυτό έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες χάρη στις ελεύθερες ρίζες δέσμευσης οξυγόνου, ενώ φαίνεται ότι μειώνει την μικροσωμιακή λιπιδική υπεροξείδωση (αναστολέας), την σύνθεση του ουρικού οξέος και την παραγωγή του καρκινικού νεκρωτικού παράγοντα-α (tumor necrotic factor-a ή TNF-a). Οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές του εκχυλίσματος επιβεβαιώθηκαν σε αρουραίους με μοντέλο οιδήματος καραγενάνης (carrageenan(3)) όπου η δράση του ήταν ισχυρή. Ειδικά η ευγενόλη φαίνεται ότι έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες σε πειράματα που έχουν γίνει τόσο in vivo όσο και in vitro (Plaza et al., 2005, Kar Mahapatraa et al., 2009, Slameňováa et al., 2009 και Nagababu et al., 2010).

Δοσολογία
Παραδοσιακά ως αφροδισιακό λαμβάνονται ποσότητες 3-4 ml βάμματος 1:4, δύο φορές την ημέρα. Όταν χρησιμοποιείται ως πεπτικό και ορεκτικό χορηγείται 1 φλιτζάνι εγχύματος του ξύλου ή των φύλλων.

Ένα υποκατάστατο του clavo huasca

Πολλές φορές στις τοπικές αγορές της Νοτίου Αμερικής με το όνομα clavo huasca μπορεί να βρει κανείς και τον φλοιό άλλων ειδών αναρριχητικών του γένους Mandevilla spp. Το γένος αυτό περιλαμβάνει πολλά είδη που καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά, όπως και το συγγενές Dipladenia spp. Για παράδειγμα αρκετές μελέτες δείχνουν ότι τα εκχυλίσματα του είδους Mandevilla pentlandiana (DC.) Woodson, που απαντάται στο Περού, την Βολιβία, την Βραζιλία και την Βόρεια Αργεντινή ανταγωνίζονται την βραδυκινίνη (bradykinin) επομένως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην θεραπεία τραυμάτων, εγκαυμάτων, δηγμάτων φιδιών (Carvalho et al., 2013) ή εντόμων, φλεγμονών, πόνων, συσπάσεις λείων μυών, στηθάγχη, αρθρίτιδες, άσθμα, αλλεργίες, ρινίτιδα, πονόλαιμο, καταστάσεις σοκ, υπόταση και χαμηλή κινητικότητα σπερματοζωαρίων (Calixto et al., 1985, Calixto et al., 1985b, Calixto & Yunes, 1986, Calixto et al., 1987, Calixto et al., 1988, Cupps, 1990).

Σημειώσεις:

  1. Το ayahuasca δεν είναι μία, αλλά πολλές συνταγές που περιλαμβάνουν αρκετά ισχυρά παραισθησιογόνα φυτά, όπως τα yagé [κυρίως το Banisteriopsis caapi (Spruce ex Griseb.) C.V.Morton], chacruna (κυρίως το Psychotria viridis Ruiz & Pav.) και oco yagé [Diplopterys cabrerana (Cuatrec.) B.Gates]. Ο συνταγές αυτές χρησιμοποιούνται από τους σαμάνους της Νότιας Αμερικής για την σύνδεσή τους με τον κόσμο των πνευμάτων. Οι θεραπευτικές εφαρμογές του ayahuasca έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας ήδη από την δεκαετία του ’60, με τις πρωτοποριακές εργασίες του Claudio Naranjo.
  2. Σύμφωνα με τον ίδιο ο James Duke γνώρισε την χρήση του στο πρώτο Εργαστήριο Τροπικής Φαρμακευτικής στον περουβιανό Αμαζόνιο (Duke, 1997).
  3. Πρόκειται για πολυσακχαρίτες που παράγονται από διάφορα είδη φυκιών. Το είδος κόκκινης άλγης Chondrus crispus Stackh. (Irish moss ή carrageen moss, ιρλανδικά: carraigín, δηλαδή «μικρός βράχος») περιέχει τέτοιους πολυσακχαρίτες σε ποσοστό ως και 55% του βάρους του.

Βιβλιογραφία

Calixto, J. B., M. Nicolau & R. A. Yunes. 1985. The Selective Antagonism of Bradykinin Action on Rat Isolated Uterus by Crude Mandevilla velutina Extract. British Journal of Pharmacology 85, pp. 729-731.
Calixto, J. B., M. Nicolau & R. A. Yunes. 1985b. A Selective Antagonist of Bradykinin Action from a Crude Extract of Mandevilla velutina. Part II. Effect on Non-uterine Smooth Muscles. Brazilian Journal of Medical and Biological Research 18, 729a.
Calixto, J. B., & R. A. Yunes. 1986. Effect of a Crude Extract of Mandevilla velutina on Contractions Induced by Bradykinin and [des-Arg⁹]-Bradykinin in Isolated Vessels of the Rabbit. British Journal of Pharmacology 88, pp. 937-941.
Calixto, J. B., M. Nicolau, M. G. Pizzolatti & R. A. Yunes. 1987. Kinin Antagonist Activity of Compounds from Mandevilla velutina in the Rat Isolated Uterus. British journal of Pharmacology 91, pp. 199-204.
Calixto, J.B., M. B. Pizzolatti & R. Yunes. 1988. The Competitive Antagonistic Effect of Compounds from Mandevilla velutina on Kinin-induced Contraction of Rat Uterus and Guinea Pig Illeum in vitro. British Journal of Pharmacology 94, pp. 1133-1142.

Carvalho, B. M. A., J. D. L. Santos, B. M. Xavier, J. R. Almeida, L. M. Resende, W. Martins, S. Marcussi, S. Marangoni, R. G. Stábeli, L. A. Calderon, A. M. Soares, S. L. Da Silva & D. P. Marchi-Salvador. 2013. Snake Venom PLA2s Inhibitors Isolated from Brazilian Plants: Synthetic and Natural Molecules. BioMed Research International 2013, pp. 1-8.
Cupps, Thomas Lee. 1990. Patent EP 0359310 A1. Extracts of mandevilla pentlandiana useful as bradykinin antagonists. The Procter & Gamble Co.
Duke, James. 1997. The Green Pharmacy. Rodale Press.
Kar Mahapatraa, Santanu, Subhankari Prasad Chakrabortya, Subrata Majumdarb, Braja Gopal Bagc & Somenath Roy. 2009. Eugenol protects nicotine-induced superoxide mediated oxidative damage in murine peritoneal macrophages in vitro. European Journal of Pharmacology 623(1-3): 132-140.
Morales, Lidia, Nuria Acero, Antonio Galán, Carmen Perez-García, Luis Fernando Alguacil & Dolores Muñoz-Mingarro. 2011. Bioactive properties of Tynanthus panurensis (Bureau) Sanwith bark extract, the Amazonian “clavo huasca”. Journal of Medicinal Food 14(9): 939-943.
Nagababu, Enika, Joseph M. Rifkind, Boindala Sesikeran & Nakka Lakshmaiah. 2010. Assessment of antioxidant activity of eugenol in vitro and in vivo. Methods in Molecular Biology 610: 165-180.
Paima, Tonny Ray Garcia & Gonzales, Randy Bertrin Uribe. 2015. Evaluación de Metales de la Especie Tynanthus panurensis (clavo huasca), de Uso Etnoterapéutico en la Región Loreto. Tesis, Universidad Nacional de la Amazonia Peruana, Facultad de Farmacia y Bioquimica, Iquitos.
Plaza, Alberto, Paola Montoro, Angelyne Benavides, Cosimo Pizza, & Sonia Piacente. 2005. Phenylpropanoid Glycosides from Tynanthus panurensis: Characterization and LC-MS Quantitative Analysis. Journal of Agricultural and Food Chemistry 53(8): 2853-2858.
Slameňováa, Darina, Eva Horváthováa, Ladislava Wsólovác, Monika Šramkováa & Jana Navarová. 2009. Investigation of anti-oxidative, cytotoxic, DNA-damaging and DNA-protective effects of plant volatiles eugenol and borneol in human-derived HepG2, Caco-2 and VH10 cell lines. Mutation Research 677(1-2): 46-52.
Taylor, Leslie. 2005. The Healing Power of Rainforest Herbs. Square One, New York.

Ψηφιακές πηγές
Campbell Plowden/CACE https://amazonecology.wordpress.com/tag/anyashua/.
Choque Chinchay. Ethnobotany of the Peruvian Amazon. http://www.biopark.org/Plants-Amazon.html